Η αράχνη

Καθόμουν ώρες μες στην πλήξη μου και χάζευα
Όπως το κάνουν όλοι αυτοί που κουραστήκανε
Από τα τόσα που ελπίζουν ότι ζήσανε
Στο χλιαρό κενό του να μη σκέφτομαι καθόμουνα
Παρατηρώντας μιαν αράχνη που αιωρείτο.
Εκείνη κάτι θα σκεφτότανε φαντάζομαι
Γιατί όλο ανέβαινε το σιχαμένο ιστό της
Έμενε ακίνητη συσπώντας τις κεραίες κι έπειτα
Ακάθεκτη ορμούσε στο κενό.
Μύγα ή ζωύφιο δεν πέρασε, όσο είδα.
Όμως η θήρα προχωρούσε δίχως θήραμα
Με τη σοφία εκείνου που γνωρίζει πως το ανύπαρκτο
Θέλει δραστήρια τέχνη να το αδράξεις.
Σοφία ωραία λιλιπούτειου τέρατος
Που σε κλωστούλα σάλιου παραμόνευε
Να παγιδέψει το άπιαστο.
Και με χαψιές μεγάλες τέλος καταβρόχθισε
Τις ώρες μου, την πλήξη, το κενό.

© Antonis Fostieris
Producción de Audio: 2001 M. Mechner, literaturWERKstatt berlin

DIE SPINNE

Stunden saß ich herum und starrte aus Langeweile
wie alle, die schon erschöpft sind
von dem, was sie nur zu gern erlebt hätten.
In dieser lauwarmen Gedankenleere saß ich
und beobachtete eine in der Luft schwebende Spinne.
Die sicher etwas dachte, nehme ich an,
denn ständig hangelte sie sich hinauf an ihrem ekligen Faden,
verharrte unbeweglich, mit zuckenden Zangen, und dann
stürzte sie sich in die Tiefe.
Eine Fliege oder anderes Insekt ließ sich nicht sehen, soweit ich sah.
Doch die Jagd ging vonstatten auch ohne Beute.
Welche Weisheit, die weiß, daß das Ungreifbare
Kunst und Geschick verlangt, um es zu ergreifen.
Solche Weisheit eines winzigen Ungeheuers
das an seinem Speichelfaden nur darauf lauerte,
das Flüchtige einzufangen.
Und mit gewaltigen Bissen verschlang es
die Stunden, die Leere und meine Langeweile.






Übertragung: Brigitte Oleschinski
© bei der Übersetzerin