Pham Thi Hoai

griechisch

Solgun Bir Gül Dokununca

Çoklarından düşüyor da bunca
Görmüyor gelip geçenler
Eğilip alıyorum
Solgun bir gül oluyor dokununca.

Ya büyük şehirlerin birinde
Geziniyor kalabalık duraklarda
Ya yurdun uzak bir yerinde
Kahve, otel köşesinde
Nereye gitse bu akşam vakti
Ellerini ceplerine sokuyor
Sigaralar, kâğıtlar
Arasından kayıyor usulca
Eğilip alıyorum, kimse olmuyor
Solgun bir gül oluyor dokununca.

Ya da yalnız bir kızın
Sildiği dudak boyasında
Eşiğinde yine yorgun gecenin
Başını yastıklara koyunca.

Kimi de gün ortası yanıma sokuluyor
En çok güz ayları ve yağmur yağınca
Alçalır ya bir bulut, o hüzün bulutunda.
Uzanıp alıyorum, kimse olmuyor
Solgun bir gül oluyor dokununca.

Ellerde, dudaklarda, ıssız yazılarda
Akşamlara gerili ağlarla takılıyor
Yaralı hayvanlar gibi soluyor
Bunalıyor, kaçıp gitmek istiyor
Yollar, ya da anılar boyunca.

Alıp alıp geliyorum, uyumuyor bütün gece
Kımıldıyor karanlıkta ne zaman dokunsam
Solgun bir gül oluyor dokununca.

© © Yapı Kredi Yayınları
Aus: Şiirler
Turkey: Yapı Kredi Yayınları, 6th Edition 2013
ISBN: 978-975-08-0392-2
Audioproduktion: Yapı Kredi Yayınları

ΡΟΔΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΩΧΡΟ ΜΟΛΙΣ Τ’ ΑΓΓΙΞΕΙΣ

Άφθονο πέφτει από πολλούς
Όσοι περνούνε δε το βλέπουν
Σκύβω εγώ το παίρνω
Ρόδο γίνετ’ ωχρό μόλις τ’ αγγίξεις.

Είτε σε κάποια απ’ τις μεγάλες πόλεις
Γυρνά σε στάσεις όλο κόσμο
Είτε σε μέρος απόμακρο της χώρας
Σε καφενείου γωνιά ή πανδοχείου
Όπου κι αν πάει βράδυ τέτοια ώρα
Τα χέρια του χώνει στις τσέπες
Κι αυτά γλιστρούν αργά αργά
Μες σε τσιγάρα και χαρτιά
Δεν ειν’ κανείς, σκύβω το παίρνω
Ρόδο γίνετ’ ωχρό μόλις τ’ αγγίξεις

 Άλλοτε στο κραγιόν που κόρη μόνη
σκουπίζει απ’ τα χείλη σαν γέρνει
στης νύχτας πάλι το κατώφλι κουρασμένη
στο μαξιλάρι το κεφάλι κι ακουμπά.

Άλλοτε πάλι πλάι μου τρυπώνει καταμεσήμερο
Μήνες του φθινοπώρου πιο πολύ, βροχή σαν πέφτει
Έρχεται χαμηλώνει ένα σύννεφο, κείνο το σύννεφο της θλίψης.
Δεν ειν’ κανείς, σκύβω το παίρνω
Ρόδο γίνετ’ ωχρό μόλις τ’ αγγίξεις
 

Σε χείλια, σε χέρια, σε γραφτά  ερημικά
Σε δίχτυα πιάνεται απλωμένα στα βράδια
Σαν λαβωμένο ζώο παίρνει ανάσα βαθιά
Πνίγεται, θέλει να σηκωθεί να φύγει
δρόμους να διασχίσει ή και μνήμες.

Το παίρνω κι έρχομαι, αγρυπνεί όλη τη νύχτα
Σαλεύει στο σκοτάδι, σαν τ’αγγίζω
Ρόδο γίνετ’ ωχρό μόλις τ’'αγγίξεις.

Anthi Karra